17 Νοε 2014

Η καθημερινή ζωή εκ των έσω


 











 Γράφει η Ιωάννα Μπαλάφα


Ο Roy DeCarava (9 Δεκεμβρίου 1919 – 27 Οκτωβρίου 2009) ήταν ένας αμερικάνος καλλιτέχνης και ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της καλλιτεχνικής φωτογραφίας δρόμου. Υπήρξε ο πρώτος Αφροαμερικανός φωτογράφος που απέσπασε το Guggenheim Fellowship και το National Medal of Arts, το σημαντικότερο βραβείο για καλλιτέχνες στις ΗΠΑ. Υπήρξε ένας χαμηλών τόνων καλλιτέχνης, προσηλωμένος, δουλεύοντας σκληρά.

Γεννήθηκε στο Χάρλεμ της Αμερικής, μεγάλωσε με τη μητέρα του και έγινε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της γενιάς του μέσα από το φωτογραφικό του έργο που αποτύπωσε την καθημερινότητα της πόλης του αλλά και το μεγαλείο των μεγαλύτερων μουσικών της τζαζ. Φωτογράφισε τη γειτονιά του, τους μαύρους Αμερικάνους στην καθημερινότητά τους, με διακριτικότητα χωρίς έντονες καταγγελτικές αναφορές. Στην ταραχώδη δεκαετία του '60 έζησε τις αντιρατσιστικές και εργατικές διαδηλώσεις και από τη δεκαετία του '70 ξεκίνησε να διδάσκει φωτογραφία. Χρησιμοποίησε τη δύναμη του φυσικού φωτός και ήταν αποφασισμένος να αποδίδει καλλιτεχνική χροιά και αξία στις φωτογραφίες του.

Αρχικά ξεκίνησε την εκπαίδευσή του ως ζωγράφος αλλά τελικά τον κέρδισε η αμεσότητα της φωτογραφικής τέχνης και εξέφρασε προβληματισμούς για τις ευκαιρίες που θα είχε ως Αφροαμερικανός ζωγράφος σε μια εποχή που οι μαύροι καλλιτέχνες δυσκολεύονταν και ο ίδιος δεν επιθυμούσε να γίνει μέλος μιας «λευκής κουλτούρας»

Για 60 χρόνια ο Roy DeCarava φωτογράφιζε συνεχώς και δημοσίευε φωτογραφικά βιβλία και λευκώματα και ουσιαστικά ίδρυσε την αφροαμερικάνικη φωτογραφία που προκάλεσε την μέχρι τότε επικρατούσα κοινωνική φωτογραφία και τις παραδόσεις γύρω από τα κοινωνικά ντοκιμαντέρ. Το έργο του έδωσε φωνή στην «μαύρη Αμερική» όπως πολλοί θεώρησαν.

Ο ίδιος ποτέ δεν υποστήριξε ότι οι φωτογραφίες του αποσκοπούν σε κάποια συγκεκριμένη κοινωνική ή πολιτική δήλωση αλλά απλά στόχευαν στη δημιουργική έκφραση και στη γνωστοποίηση της εσωτερικής ματιάς των μαύρων αμερικανών που όπως δήλωνε ο ίδιος, μόνο ένας αντίστοιχα «μαύρος» φωτογράφος, μπορούσε να το πετύχει. Οι φωτογραφίες του εμπεριέχουν τις ανθρώπινες και μη σκιές που δεν εννοούνται ευθέως αλλά υπονοούνται.

Το οικονομικό ποσό που έλαβε από το Guggenheim Fellowship, του επέτρεψε να αφοσιωθεί στη φωτογράφηση του Harlem χωρίς περισπάσεις. Λίγο αργότερα ξεκινά το μακροχρόνιο καλλιτεχνικό του σχέδιο που αφορούσε τη φωτογράφηση των μεγαλύτερων μουσικών και performers της τζαζ όπως οι Louis Armstrong, Billie Holiday, Duke Ellington, Count Basie and Thelonious Monk, κάτι που προέκυψε όχι μόνο από την προσωπική του αγάπη για τη τζαζ αλλά και για τα κοινά σημεία που έβρισκε μεταξύ τζαζ μουσικής και φωτογραφίας καθώς όπως υποστήριζε και τα δύο εξαρτώνται και βασίζονται σε εκείνο το ελάχιστο κλάσμα του δευτερολέπτου για να τα συλλάβεις και να τα κατανοήσεις. Δήλωνε ότι οι φωτογραφίες των τζαζ μουσικών ξεδίπλωναν την έκφραση της αγάπης και την πολύτιμη στιγμή της συγκέντρωσης και της έντασης του μουσικού.

Στις δεκαετίες '40, '50 και '60 φωτογράφησε ανθρώπινες φιγούρες στους υπόγειους σταθμούς, στα εστιατόρια και στα διαμερίσματα των αφροαμερικάνικων συνοικιών. Κάποιες από τις πρώτες του φωτογραφίες απεικονίζουν νεαρά ζευγάρια να χορεύουν στην κουζίνα τους κάποιο Σάββατο βράδυ ή έναν πατέρα με τα παιδιά του να φοράνε τα καλά τους κυριακάτικα ρούχα. Παράλληλα, πολλές φωτογραφίες αποτύπωναν τη φτώχεια, την μελαγχολία και την απομόνωση.

Οι έντονες αντιθέσεις μαύρου – άσπρου χρώματος στις φωτογραφίες του, έπαιρνε μια κοινωνικοπολιτική διάσταση του υπάρχοντος διαχωρισμού λευκού – μαύρου ανθρώπου και του γενικευμένου ρατσισμού που κυριαρχούσε. Έτσι, το βλέμμα και το συναίσθημά σου, πρέπει να προσαρμοστεί στα βαριά, σχεδόν μαύρα χρώματα των φωτογραφιών του, στο σκοτάδι.

Το έργο του κέρδισε παγκόσμια αναγνώριση από τα μεγαλύτερα μουσεία και γκαλερί Κυνηγούσε με το φακό του την εσωτερική ομορφιά και την αξιοπρέπεια. Στήριζε με πάθος την ομορφιά της αλήθειας και αυτό προσπάθησε να μεταδώσει στους μετέπειτα μαθητές του μέσα από workshops για Αφροαμερικανούς φωτογράφους.

Δεν αγνοούσε τα προβλήματα της μαύρης κοινότητας και ο ίδιος αντιμετώπισε ένα είδος ρατσισμού από υπεύθυνους περιοδικών που δεν δέχονταν τις φωτογραφίες του. Όμως, συνέχισε να δουλεύει ως φωτορεπόρτερ, γεγονός που διεύρυνε την καριέρα του και ταυτόχρονα έκανε την τέχνη του προσβάσιμη στο ευρύ κοινό και κέρδισε το σεβασμό και την αναγνώριση σε μια εποχή που ελάχιστοι αφροαμερικανοί φωτογράφοι το είχαν πετύχει.

Υπό τα παιχνιδίσματα του καπνού, της σκιάς και του φωτός, αποτύπωσε τις αυθόρμητες στιγμές, την λυρική και ποιητική αίσθηση της καθημερινής ζωής. Στις σχεδόν ιμπρεσσιονιστικές φωτογραφίες του εκφράστηκε η εσωτερική ομορφιά, ο πόνος, ο θυμός και η λύπη με έναν πρωτόγνωρο και ιδιαίτερα συγκινητικό τρόπο.
(στο independent.gr & στο iFocus.gr)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...